πλοίαρχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλοίαρχος πλοίαρχοι
γενική πλοιάρχου πλοιάρχων
αιτιατική πλοίαρχο πλοιάρχους
κλητική πλοίαρχε πλοίαρχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πλοίαρχος < πλοίο + άρχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πλοίαρχος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο κυβερνήτης ενός πλοίου, ο καπετάνιος
  2. ανώτερος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού ή του Λιμενικού Σώματος με βαθμό ανώτερο του αντιπλοιάρχου και κατώτερο του αρχιπλοιάρχου
  3. o ανώτατος αξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]