πλοκή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλοκή πλοκές
γενική πλοκής πλοκών
αιτιατική πλοκή πλοκές
κλητική πλοκή πλοκές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πλοκή < αρχαία ελληνική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /plɔ.ˈci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πλοκή θηλυκό

  1. (λογοτεχνία) η εξέλιξη του μύθου σε ένα αφηγηματικό ή δραματικό έργο

32πχ Μεταφράσεις[]