πλονζόν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλονζόν < γαλλική plongeon

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλονζόν ουδέτερο,άκλιτο και μπλονζόν

  1. η βουτιά που κάνει ο τερματοφύλακας για να αποκρούσει την μπάλα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]