πλουτίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλουτίζω < αρχαία ελληνική πλουτίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πλουτίζω

  1. (αμετάβατο) γίνομαι πλούσιος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αρχονταίνω, βγάζω λεφτά, θησαυρίζω, πλουταίνω
  2. (μεταβατικό) κάνω κάποιον πλούσιο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πλουταίνω
  3. (μεταβατικό) (μεταφορικά) διευρύνω κάτι προσθέτοντας καινούργια στοιχεία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πλουταίνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: πλούτος

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]