πλυντήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλυντήριο πλυντήρια
γενική πλυντηρίου πλυντηρίων
αιτιατική πλυντήριο πλυντήρια
κλητική πλυντήριο πλυντήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλυντήριο < αρχαία ελληνική , ουδέτερο του πλυντήριος < πλύνω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική washing machine)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλυντήριο ουδέτερο

  1. ηλεκτρική οικιακή συσκευή για το πλύσιμο των ρούχων
    αγοράσαμε καινούριο πλυντήριο ρούχων
  2. ηλεκτρική οικιακή συσκευή για το πλύσιμο των πιάτων, το πλυντήριο πιάτων
  3. η διαδικασία του πλυσίματος των ρούχων ή των πιάτων με τη χρήση της συσκευής αυτής
    έβαλα πλυντήριο
  4. επαγγελματικός χώρος που αναλαμβάνει έναντι αμοιβής το πλύσιμο των αυτοκινήτων
  5. (μεταφορικά) η διαδικασία νομιμοποίησης χρημάτων ή αντικειμένων που αποκτήθηκαν με παράνομο τρόπο
    Αν πιστέψουμε την επίσημη έκθεση της αμερικανικής Γερουσίας για το σκάνδαλο, η βρετανική υπερτράπεζα είχε εξελιχθεί την τελευταία δεκαετία στο μεγαλύτερο πλυντήριο βρώμικου χρήματος στον κόσμο, αφού οι κατά τόπους θυγατρικές της παρείχαν σε τρομοκράτες, εμπόρους ναρκωτικών και όπλων, αλλά και σε διάφορα άλλα εγκληματικά καρτέλ, πλήρη πρόσβαση στο αμερικανικό τραπεζικό σύστημα. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]