πλυντήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλυντήριο πλυντήρια
γενική πλυντηρίου πλυντηρίων
αιτιατική πλυντήριο πλυντήρια
κλητική πλυντήριο πλυντήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πλυντήριο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πλυντήριο ουδέτερο (πληθυντικός : πλυντήρια)

  • ηλεκτρική οικιακή συσκευή για το πλύσιμο των ρούχων
    αγοράσαμε καινούριο πλυντήριο ρούχων
  • η διαδικασία του πλυσίματος των ρούχων με τη χρήση της συσκευής αυτής
    έβαλα πλυντήριο
  • επαγγελματικός χώρος που αναλαμβάνει έναντι αμοιβής το πλύσιμο των αυτοκινήτων
  • το πλυντήριο πιάτων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]