πλυντήριος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πλυντήριος πλυντήρια πλυντήριο
γενική πλυντήριου πλυντήριας πλυντήριου
αιτιατική πλυντήριο πλυντήρια πλυντήριο
κλητική πλυντήριε πλυντήρια πλυντήριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πλυντήριοι πλυντήριες πλυντήρια
γενική πλυντήριων πλυντήριων πλυντήριων
αιτιατική πλυντήριους πλυντήριες πλυντήρια
κλητική πλυντήριοι πλυντήριες πλυντήρια


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλυντήριος< αρχαία ελληνική πλυντήριος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πλυντήριος - α - ο

  1. ο σχετικός με το πλύσιμο.
  2. το ουδέτερο ως ουσ: Το πλυντήριοδείτε τη λέξη: .

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]