πλωτήρας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλωτήρας πλωτήρες
γενική πλωτήρα πλωτήρων
αιτιατική πλωτήρα πλωτήρες
κλητική πλωτήρα πλωτήρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλωτήρας < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλωτήρας αρσενικό

  1. (τεχνολογία), (αεροπορικός όρος), (ναυτικός όρος): → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]