πλόκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πλόκος πλόκω πλόκοι
Γενική πλόκου πλόκοιν πλόκων
Δοτική πλόκ πλόκοιν πλόκοις
Αιτιατική πλόκον πλόκω πλόκους
Κλητική πλόκε πλόκω πλόκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλόκος < πλέκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleḱ- (πλέκω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλόκος αρσενικό

  1. πλεξούδα, βόστρυχος, κοτσίδα
  2. στεφάνι από άνθη ή φυτά
    δύο δ’ αὐτὸν ἔρεψαν πλόκοι σελίνων ἐν Ἰσθμιάδεσσιν φανέντα (Πίνδαρος, Ὀλύμπια, 13, 33)
  3. χορδή σε τόξο