πλώρη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλώρη πλώρες
γενική πλώρης πλωρών
αιτιατική πλώρη πλώρες
κλητική πλώρη πλώρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλώρη < μεσαιωνική ελληνική πλώρα < αρχαία ελληνική πρῷρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλώρη θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος) το μπροστινό μέρος του πλοίου
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: πρύμνη

Εκφράσεις[επεξεργασία]

πλώρη τύπου θωρηκτού
  1. βάζω πλώρη: ξεκινώ για κάπου, (μεταφορικά) ξεκινώ κάποια επιδίωξη
  2. αλάργα από πλώρη καραβιού κι από κώλο μουλαριού ελληνική παροιμία (μεταφορικά) χαρακτηρίζεται η επικινδυνότητα της διέλευσης σε κοντινή απόσταση.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]