πνέω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πνέω < αρχαία ελληνική πνέω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pnew- (αναπνέω, ασθμαίνω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpnɛ.ɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πνέω, παρατ.: έπνεα, στιγμ. μέλλ.: θα πνεύσω, αόρ.: έπνευσα

  1. (για άνεμο) για την κίνηση ενός ρεύματος ατμοσφαιρικού αέρα που γίνεται αισθητή από τον άνθρωπο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φυσώ
    τα μελτέμια πνέουν τον Αύγουστο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]