πνίγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πνίγω < αρχαία ελληνική πνίγω < άγνωστης ετυμολογίας

Open book 01.svg Ρήμα[]

πνίγω

  1. προκαλώ το θάνατο κάποιου με ασφυξία είτε βυθίζοντας τον και κρατώντας μέσα σε νερό ή άλλο υγρό είτε χρησιμοποιώντας δηλητηριώδη αέρια ή άλλο μέσο
    τον έπνιξαν με μαξιλάρι
    • (μεταφορικά) καταπιέζω
      Τὸ χέρι ὁποὺ προσφέρετε // ὡς προστασίας σημεῖον // εἰς ξένον ἔθνος, ἔπνιξε // καὶ πνίγει τοὺς λαούς σας, // πάλαι, καὶ ἀκόμα. (Α. Κάλβος, Αι Ευχαί, στ')
  2. προκαλώ από αμέλεια ή με σκοπιμότητα τον πνιγμό κάποιου στη θάλασσα
    το πλοίο βούλιαξε και όλο το πλήρωμα πνίγηκε
  3. προκαλώ ή παθαίνω δύσπνοια
    μας πνίγουν τα καυσαέρια
  4. στραγγαλίζω
    την έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια
  5. στενοχωρώ πολύ
    με πνίγει η αδικία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]