Μετάβαση στο περιεχόμενο

πνευμονοϊός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πνευμονοϊός οι πνευμονοϊοί
      γενική του πνευμονοϊού των πνευμονοϊών
    αιτιατική τον πνευμονοϊό τους πνευμονοϊούς
     κλητική πνευμονοϊέ πνευμονοϊοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πνευμονοϊός < πνεύμονας + -ο- + ιός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική pneumovirus)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πνευμονοϊός αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • pneumovirus στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]