πνεῦμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: πνεύμα

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική πνεῦμα πνεύματε πνεύματα
Γενική πνεύματος πνευμάτοιν πνευμάτων
Δοτική πνεύματι πνευμάτοιν πνεύμασι
Αιτιατική πνεῦμα πνεύματε πνεύματα
Κλητική πνεῦμα πνεύματε πνεύματα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πνεῦμα < πνέω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πνεῦμα ουδέτερο

  1. φύσημα ανέμου
  2. άνεμος
  3. αναπνοή
  4. πνεύμα (όλες οι σύγχρονες έννοιες εκτός από τον αστεϊσμό)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]