ποδάγρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ποδάγρα ποδάγρες
γενική ποδάγρας
αιτιατική ποδάγρα ποδάγρες
κλητική ποδάγρα ποδάγρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποδάγρα < ελληνιστική κοινή ποδάγρα με τη σημερινή έννοια < αρχαία ελληνική ποδάγρα (που σήμαινε όμως παγίδα για τα πόδια) < πούς + ἄγρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ποδάγρα θηλυκό (ο πληθ. αδόκιμος)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]