Μετάβαση στο περιεχόμενο

ποδάρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ποδάρι τα ποδάρια
      γενική του ποδαριού των ποδαριών
    αιτιατική το ποδάρι τα ποδάρια
     κλητική ποδάρι ποδάρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ποδάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ποδάρι < ποδάριον < κληρονομημένο από την ελληνιστική κοινή ποδάριον, υποκοριστικό της αρχαίας ελληνικής πούς

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /poˈða.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ποδάρι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ποδάρι ουδέτερο

  • (οικείο) το πόδι
      Το πνεύμα μου σκοτίζεται· / η γη υπό τα ποδάρια μου / γέρνει. (Ανδρέας Κάλβος (1792–1869), Το Φάσμα [ποίημα])
      Πάλι καινούργια κομένα ποδάρια... Και βλέπεις τώρα δεκανίκια και ν' ανεβαίνουν σκάλες, δυο - δυο, στον πηδηχτούλι, σα νάτανε παιδάκια και νάπαιζαν μ' αυτό. Και συ να τύχεις τότε ν' ανεβαίνεις ξοπίσω, και στάλα - στάλα εκείνο το φοβερό παιχνίδι τους, να τύχεις να το παρακολουθάς. Και κάτω απ' το μπατζακλίκι, τ' άχρηστο κι' ανασηκωμένο με την παραμάνα, να νιώθεις ότι ακόμα τρέχουνε, νωπές ακόμα και δεν κλείσανε, οι τελευταίες χτεσινές πληγές. (Μέλπω Αξιώτη, Άπαντα, τομ. 3, 1980, σελ. 131)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις ποδο- και πόδι

Σύνθετα

[επεξεργασία]

β' συνθετικό:

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ποδάρι ουδέτερο