ποδηλατιστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ποδηλατιστής ποδηλατιστές
γενική ποδηλατιστή ποδηλατιστών
αιτιατική ποδηλατιστή ποδηλατιστές
κλητική ποδηλατιστή ποδηλατιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποδηλατιστής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ποδηλατιστής αρσενικό

  1. αθλητής που ασχολείται με την ποδηλασία

:-) Εικονοχαρακτήρες[επεξεργασία]

  • 🚴

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]