Μετάβαση στο περιεχόμενο

ποδηλατόδρομος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : ποδηλατοδρόμος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ποδηλατόδρομος οι ποδηλατόδρομοι
      γενική του ποδηλατόδρομου των ποδηλατόδρομων
    αιτιατική τον ποδηλατόδρομο τους ποδηλατόδρομους
     κλητική ποδηλατόδρομε ποδηλατόδρομοι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ποδηλατόδρομος με σήμανση.
Ποδηλατοδρόμος σε ποδηλατόδρομο ή ποδηλατολωρίδα.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ποδηλατόδρομος < ποδήλατ(ο) + -ό- + δρόμος, κατά το σιδηρόδρομος, αυτοκινητόδρομος, λεωφορειόδρομος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική piste cyclable[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /po.ði.laˈto.ðɾo.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : πο‐δη‐λα‐τό‐δρο‐μος
τονικό παρώνυμο: ποδηλατοδρόμος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ποδηλατόδρομος αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

→ και δείτε τις λέξεις ποδήλατο και δρόμος

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ ποδηλατόδρομος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)