ποδοβολητό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ποδοβολητό ποδοβολητά
γενική ποδοβολητού ποδοβολητών
αιτιατική ποδοβολητό ποδοβολητά
κλητική ποδοβολητό ποδοβολητά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποδοβολητό < ποδοβολώ ή ίσως αντιστρόφως

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ποδοβολητό, ποδοβόλημα ουδέτερο

  1. μεγάλος θόρυβος που προκαλείται από το περπάτημα ή το τρέξιμο πλήθους ανθρώπων ή ζώων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]