ποδοπατώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποδοπατώ < πόδι και πατώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ποδοπατώ (παθητικό: ποδοπατιέμαι)

  1. πατώ κάτι με τα πόδια
    Δεκάδες άνθρωποι ποδοπατήθηκαν στη Γουινέα τον Ιούλιο του 2014, σε συναυλία
  2. (μεταφορικά) εξευτελίζω

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]