ποδόστημα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ποδόστημα ποδοστήματα
γενική ποδοστήματος ποδοστημάτων
αιτιατική ποδόστημα ποδοστήματα
κλητική ποδόστημα ποδοστήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποδόστημα < πους + ίστημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ποδόστημα ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος): η πρυμναία προέκταση της τρόπιδας που ανορθώνεται μέχρι το ανώτερο σημείο της πρύμνης πλοίου, σκάφους ή λέμβου.
    το ποδόστημα (ξύλινη ή μεταλλική δοκός) λαμβάνει τη κλίση ανάλογα του τύπου της πρύμνης του σκάφους, αποτελεί δε την ακμή της σύνδεσης των γοφών του σκάφους.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]