ποζάρισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ποζάρισμα τα ποζαρίσματα
      γενική του ποζαρίσματος των ποζαρισμάτων
    αιτιατική το ποζάρισμα τα ποζαρίσματα
     κλητική ποζάρισμα ποζαρίσματα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποζάρισμα < ποζάρω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ποζάρισμα ουδέτερο

  1. η ακίνητη στάση που παίρνει κάποιος σύμφωνα με τις οδηγίες ενός φωτογράφου ή ζωγράφου


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]