ποθούμενο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ποθούμενο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής ποθούμενος, από τον παθητικό ενεστώτα του ρήματος ποθέω / ποθῶ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ποθούμενο
- το επιθυμητό
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]ποθούμενο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ποθούμενος
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ποθούμενος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ποθούμενο
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- ποθούμενος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ποθούμενος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)