Μετάβαση στο περιεχόμενο

ποιηματάκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ποιηματάκι τα ποιηματάκια
      γενική
    αιτιατική το ποιηματάκι τα ποιηματάκια
     κλητική ποιηματάκι ποιηματάκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ποιηματάκι < ποιηματ-, θέμα του ποίμα  + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pi.i.maˈta.ci/ συχνά: /pi.maˈta.ci/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ποιηματάκι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ποιηματάκι ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε ποίημα