ποικίλλω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποικίλλω < αρχαία ελληνική ποικίλλω

Ρήμα[επεξεργασία]

ποικίλλω

  1. διαφοροποιούμαι, διαφέρω
    η ιεράρχηση των αξιών ποικίλλει από εποχή σε εποχή
    ποικίλουν οι χαρακτήρες των ανθρώπων, δεν είμαστε όλοι ίδιοι
  2. (σπάνιο)στολίζω κάτι, το κοσμώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποικίλλω < ποικίλος

Ρήμα[επεξεργασία]

ποικίλλω

  1. προσφέρω σε κάτι ποικιλία, το αλλάζω
    πολλὰ ποικίλλει χρόνος : ο χρόνος αλλάζει πολλά
  2. κεντάω με διάφορα χρώματα, δημιουργώ επιδέξια και με τέχνη κάτι, επιμελώς, με διιαίτερη κομψότητα, με λεπτοδουλειά (τον λόγο, ένα ρούχο, ένα δράμα στο θέατρο κ.λπ.,)
  3. καθιστώ περίπολοκο, δυσκολεύω
    οἳ δὲ τοὺς νόμους ἔθεντο ποικίλλοντες ἀνθρώπων βίον, κλαίειν ἄνωγα
    όσο γι' αυτούς που θέσπισαν νόμους και περιπλέξανε τη ζωή των ανθρώπων, εγώ λέω να πάνε στα τσακίδια (Ευριπίδης)
  4. (μεταφορικά) διανθίζω κουραστικά το λόγο κάπως υστερόβουλα, πολυκουράζω το πράγμα, δεν μιλάω ευθέως, τα μασάω, λέω κάτι "απέξω, απ΄έξω", το πάω "γύρω-γύρω"
    ※ οἱ παῖδες ἔξω ἦσαν, ἔδοξέ μοι χρῆναι μηδέν ποικίλλειν πρός αὐτόν, ἀλλ᾽ ἐλευθέρως εἰπεῖν ἅ μοι ἐδόκει: καὶ εἶπον... ἐμοῦ ἐραστὴς ἄξιος γεγονέναι μόνος
    οι υπηρέτες είχν φύγει και σκέφτηκα να μην μιλήσω με περιστροφές και να του πω ελεύθερα εκείνα που ήθελα: και είπα...ήσουν ο πιο άξιος εραστής που είχα (Πλάτων, Συμπόσιο)
  5. (μεταφορικά) είμαι γεμάτος ποικιλία, έχω πολλά διαφοροποιημένα στοιχεία, αφήνω όλα τα λουλούδια να ανθίσουν σε πολιτικό επίπεδο,
    ※  καλλίστη αὕτη τῶν πολιτειῶν εἶναι: ὥσπερ ἱμάτιον ποικίλον πᾶσιν ἄνθεσι πεποικιλμένον, οὕτω καὶ αὕτη πᾶσιν ἤθεσιν πεποικιλμένη καλλίστη ἂν φαίνοιτο.
    αυτή είναι η πιο όμορφη πολιτεία: που σαν φορεσιά πολύχρωμη, στολισμένη με όλες τις αποχρώσεις των λουλουδιών, έτσι κι αυτή, στολισμένη με όλων των λογιών τους χαρακτήρες, θα φαντάζει η πιο όμορφη (Πλάτωνας)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]