ποικιλόθερμου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]ποικιλόθερμου
- γενική ενικού, αρσενικού γένους του ποικιλόθερμος
- γενική ενικού, ουδέτερου γένους του ποικιλόθερμος
ποικιλόθερμου