ποιμάντωρ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ποιμάντωρ ποιμάντορες
Γενική ποιμάντορος ποιμαντόρων
Δοτική ποιμάντορι ποιμάντορσι
Αιτιατική ποιμάντορα ποιμάντορας
Κλητική ποιμάντορ ποιμάντορες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποιμάντωρ < αρχαία ελληνική ποιμαντήρ < ποιμήν

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ποιμάντωρ αρσενικό

  1. (κυριολεκτικά) βοσκός
  2. (μεταφορικά) ποιμένας