ποινικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ποινικός ποινική ποινικό
γενική ποινικού ποινικής ποινικού
αιτιατική ποινικό ποινική ποινικό
κλητική ποινικέ ποινική ποινικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ποινικοί ποινικές ποινικά
γενική ποινικών ποινικών ποινικών
αιτιατική ποινικούς ποινικές ποινικά
κλητική ποινικοί ποινικές ποινικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποινικός < ποινή + -ικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pi.ni.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ποινικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με ποινή


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]