Μετάβαση στο περιεχόμενο

ποινικότητα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ποινικότητα οι ποινικότητες
      γενική της ποινικότητας των ποινικοτήτων
    αιτιατική την ποινικότητα τις ποινικότητες
     κλητική ποινικότητα ποινικότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ποινικότητα < ποινικός + -ότητα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ποινικότητα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • ποινικότητα - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)