ποινολόγιον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ποινολόγιον (μαρτυρείται από το 1887) [1] < → και δείτε τη λέξη ποινολόγιο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ποινολόγιον, -ίου ουδέτερο
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ποινολόγιον, σελ.821, Τόμος Β΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)