Μετάβαση στο περιεχόμενο

πολίχνη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Πολίχνη

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πολίχνη οι πολίχνες
      γενική της πολίχνης των πολιχνών
    αιτιατική την πολίχνη τις πολίχνες
     κλητική πολίχνη πολίχνες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πολίχνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολίχνη

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /poˈli.xni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πολίχνη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πολίχνη θηλυκό

  • η μικρή πόλη
      ἐγνώριζε δ᾽ ἐκ μνήμης ὅλα τὰ ὀνόματα τῆς πολίχνης, ἀποθαμένα καὶ ζωντανά ( Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)
      Ὁ πλοίαρχος ἠρραβωνίσθη ἐν τῇ Βασιλευούσῃ, καὶ κατῆλθε μὲ τὸ καράβι εἰς τὴν πατρίδα, ὅπου παρήγγειλε νὰ τοῦ κτίσουν, μὲ σχέδιον κομψὸν καὶ ἀσύνηθες ἕως τότε εἰς τὴν πολίχνην, τὴν μικρὰν ὡραίαν οἰκίαν, σκοπεύων μὲ τὸ πρῶτον ταξίδιον νὰ φέρῃ ἔπιπλα ἀπὸ τὴν Βενετίαν, διὰ νὰ εὐτρεπίσῃ, νὰ στολίσῃ τὴν νεόκτιστον οἰκίαν καὶ τὴν κάμῃ ἀξίαν τῆς ἁβρᾶς κοκόνας, τὴν ὁποίαν ἐμελέτα νὰ φέρῃ ἀπὸ τὴν Πόλιν. Ἀλλ᾽ ἡ οἰκία δὲν ἔμελλε νὰ τελειώσῃ καὶ ἡ κοκόνα δὲν ἔμελλε νὰ κατέλθῃ. Ἡ κοκόνα, ὀκτὼ μῆνας μετὰ τὴν μνηστείαν, ἀπέθνησκε φθισικὴ εἰς τὸ Σταυροδρόμι, καὶ ἡ οἰκία ἔμεινεν ἀτελείωτη, ἔρημη καὶ ἄχαρη, ἀνὰ τὸν λιθόστρωτον ἀνηφορικὸν δρόμον, σιμὰ εἰς τὸν κρημνώδη βράχον.
    Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851–1911), Της κοκόνας το σπίτι

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη πόλη

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
πολιχνα-
ονομαστική πολίχνη αἱ πολίχναι
      γενική τῆς πολίχνης τῶν πολιχνῶν
      δοτική τῇ πολίχν ταῖς πολίχναις
    αιτιατική τὴν πολίχνην τὰς πολίχνᾱς
     κλητική ! πολίχνη πολίχναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πολίχν
γεν-δοτ τοῖν  πολίχναιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
Η προσωδία, όπως στον πληθυντικό σε κείμενα.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πολίχνη, ήδη τον 8ο αιώνα σε απόσπασμα του Ησίοδου < πόλις +  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πολίχνη, -ης θηλυκό

  1. (υποκοριστικό) μικρή πόλη
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Ζ, 4.6 @perseus.tufuts.edu
    ἐπὶ τῇ ἐν τῷ Ὀλυμπιείῳ πολίχνῃ ἐτετάχατο
      1ος πκε/κε αιώνας Στράβων, Γεωγραφικά, 8.4, 11 @scaife.perseus
    ἔξω γὰρ τῆς Σπάρτης αἱ λοιπαὶ πολίχναι τινές εἰσι περὶ τριάκοντα τὸν ἀριθμόν
  2. φρούριο

Συγγενικά

[επεξεργασία]