Μετάβαση στο περιεχόμενο

πολεμάρχος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: πολέμαρχος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πολεμάρχος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πολεμάρχος ή αρχαία ελληνική πολέμαρχος με μετακίνηση τόνου για εξομάλυνση προς τον τονισμό πτώσεων όπως της γενικής (πολεμάρχου, πολεμάρχων)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /po.leˈmaɾ.xos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πολεμάρχος
τονικό παρώνυμο: πολέμαρχος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πολεμάρχος αρσενικό



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πολεμάρχος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πολέμαρχος με μετακίνηση τόνου  δείτε περισσότερα στο νεοελληνικό πολεμάρχος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πολεμάρχος αρσενικό