πολεμοκάπηλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολεμοκάπηλος πολεμοκάπηλοι
γενική πολεμοκαπήλου
& πολεμοκάπηλου
πολεμοκαπήλων
& πολεμοκάπηλων
αιτιατική πολεμοκάπηλο πολεμοκαπήλους
& πολεμοκάπηλους
κλητική πολεμοκάπηλε πολεμοκάπηλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολεμοκάπηλος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πολεμοκάπηλος

  1. Αυτός που υποκινεί ή εκμεταλλεύεται κατάσταση πολέμου για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών σκοπών.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]