πολεμοποιός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολεμοποιός < πόλεμος + ποιώ

Επίθετο[επεξεργασία]

πολεμοποιός

  1. που κινεί τον πόλεμο, τον ξεκινά, είναι η αιτία του
    ※  ἔστι δε και πολεμοποιός ο τύραννος (Αριστοτέλης, στα Πολιτικά Ε΄)
    ※  ἀνὴρ δύσερις καὶ πολεμοποιός (Πλούταρχος, στο Περί της Ρωμαίων τύχης)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]