πολεμοχαρής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | πολεμοχαρής | η | πολεμοχαρής | το | πολεμοχαρές |
| γενική | του | πολεμοχαρούς* | της | πολεμοχαρούς | του | πολεμοχαρούς |
| αιτιατική | τον | πολεμοχαρή | την | πολεμοχαρή | το | πολεμοχαρές |
| κλητική | πολεμοχαρή(ς) | πολεμοχαρής | πολεμοχαρές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | πολεμοχαρείς | οι | πολεμοχαρείς | τα | πολεμοχαρή |
| γενική | των | πολεμοχαρών | των | πολεμοχαρών | των | πολεμοχαρών |
| αιτιατική | τους | πολεμοχαρείς | τις | πολεμοχαρείς | τα | πολεμοχαρή |
| κλητική | πολεμοχαρείς | πολεμοχαρείς | πολεμοχαρή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]πολεμοχαρής, -ής, -ές
- που αγαπά τον πόλεμο
- ※ Το σκοτάδι μας τύλιγε όλο και πιο απειλητικό. Ο αναπτήρας του Άρη μας έκανε λαχτάρες. Αρνιόταν να ξανανάψει. Ο τρόμος φούντωσε μέσα μας και κατατρόπωσε τις πολεμοχαρείς φαντασιώσεις μας. (Φρίξος Κολώτας, Ο εντιμότατος κύριος Θεοφύλακτος Γυπάρης, εκδ. Περίπλους, 2002, σελ. 113)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πολεμοχαρής