πολεμώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολεμώ < αρχαία ελληνική πολεμέω

Συνώνυμα[επεξεργασία]

μάχομαι


Ρήμα[επεξεργασία]

πολεμώ

  1. κάνω πόλεμο εναντίον κάποιου, αντιπαρατίθεμαι με τα όπλα
  2. (μεταφορικά) αντιπαρατίθεμαι με μια αντίθετη άποψη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]