πολεμώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολεμώ < αρχαία ελληνική πολεμέω

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

μάχομαι


Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πολεμώ

  1. κάνω πόλεμο εναντίον κάποιου, αντιπαρατίθεμαι με τα όπλα
  2. (μεταφορικά) αντιπαρατίθεμαι με μια αντίθετη άποψη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]