πολική αρκούδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πολική αρκούδα < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική polar bear. Μορφολογικά αναλύεται σε πολικός + αρκούδα
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]πολική αρκούδα θηλυκό
- (θηλαστικό ζώο) είδος αρκούδας που ζει στην Αρκτική (Ursus maritimus)
- ※ Τα θερμότερα καλοκαίρια στους πόλους σημαίνουν μεγαλύτερες περιόδους χωρίς πάγους. Για την πολική αρκούδα, που κυνηγά φώκιες από την επιφάνεια των πάγων, κάτι τέτοιο είναι καταστροφικό.
- Attenborough, David, Η ζωή στον πλανήτη μας. Η μαρτυρία μου και ένα όραμα για το μέλλον, αρχική δημοσίευση: (2020), Μετάφραση: Μυρτώ Καλοφωλιά. Αθήνα (2022), Εκδόσεις: Πατάκη, ISBN 9789601652740, @google.gr/books
- ※ Στο βάθος οι βράχοι, καλυμμένοι με χιόνι, έμοιαζαν με κοιμισμένες πολικές αρκούδες. Ο πάγος, τα κύματα, οι ψεύτικες αρκούδες, όλα αυτά με τάραζαν — ήταν κάτι και υποδύονταν κάτι άλλο.
- Μιχαλοπούλου Αμάντα, Λαμπερή μέρα, αρχική δημοσίευση: (2012), Εκδόσεις: Καστανιώτη, ISBN 9789600354805, @google.gr/books
- ≈ συνώνυμα: λευκή αρκούδα
- ※ Τα θερμότερα καλοκαίρια στους πόλους σημαίνουν μεγαλύτερες περιόδους χωρίς πάγους. Για την πολική αρκούδα, που κυνηγά φώκιες από την επιφάνεια των πάγων, κάτι τέτοιο είναι καταστροφικό.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πολική αρκούδα
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αρκούδα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Θηλαστικά (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από μεταφράσεις (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)