πολικότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /po.liˈko.ti.ta/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πο‐λι‐κό‐τη‐τα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πολικότητα θηλυκό
- (βιολογία) η ύπαρξη δύο συμμετρικά αντίθετα στοιχείων με διαφορετικές ιδιότητες σε ένα σώμα
- ※ Το ηπατοκύτταρο είναι το κύριο λειτουργικό κύτταρο του ήπατος, είναι πολυεδρικό με τρεις διαφορετικούς τύπους επιφάνειας και εμφανή πολικότητα. Τα ηπατοκύτταρα, έχουν περίπου 20-30 μm διάμετρο και αποτελούν το 80% των κυττάρων του ήπατος. Έχουν σχετικά μεγάλο χρόνο ζωής (περίπου 5 μήνες) και σημαντική αναγεννητική ικανότητα. Τα ηπατοκύτταρα είναι κυβοειδή και έχουν αραιοχρωματικό, κοκκιώδες, ηωσινόφιλο κυτταρόπλασμα.
- Φλώρος Δημήτριος. Ιστολογία του ηπατικού ιστού μετά από μερική ηπατεκτομή στον επίμυ. Λαπαροσκοπική έναντι ανοικτής μερικής ηπατεκτομής, [μεταπτυχιακή εργασία], Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Ιατρικής, Αλεξανδρούπολη 2016, @repo.lib.duth.gr
- ※ Το ηπατοκύτταρο είναι το κύριο λειτουργικό κύτταρο του ήπατος, είναι πολυεδρικό με τρεις διαφορετικούς τύπους επιφάνειας και εμφανή πολικότητα. Τα ηπατοκύτταρα, έχουν περίπου 20-30 μm διάμετρο και αποτελούν το 80% των κυττάρων του ήπατος. Έχουν σχετικά μεγάλο χρόνο ζωής (περίπου 5 μήνες) και σημαντική αναγεννητική ικανότητα. Τα ηπατοκύτταρα είναι κυβοειδή και έχουν αραιοχρωματικό, κοκκιώδες, ηωσινόφιλο κυτταρόπλασμα.
- (ηλεκτρολογία) η δυνατότητα των δύο πόλων μιας πηγής να διακρίνονται μεταξύ τους
- (φυσική) η ιδιότητα ενός μαγνήτη να προσναατολίζεται μέσα σε ένα πεδίο προς ορισμένη κατεύθυνση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πολικότητα
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πολικότητα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ότητα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βιολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ηλεκτρολογία (νέα ελληνικά)
- Φυσική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)