Μετάβαση στο περιεχόμενο

πολικότητα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πολικότητα οι πολικότητες
      γενική της πολικότητας των πολικοτήτων
    αιτιατική την πολικότητα τις πολικότητες
     κλητική πολικότητα πολικότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πολικότητα < πολικ(ός) + -ότητα[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /po.liˈko.ti.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός : πο‐λι‐κό‐τη‐τα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πολικότητα θηλυκό

  1. (βιολογία) η ύπαρξη δύο συμμετρικά αντίθετα στοιχείων με διαφορετικές ιδιότητες σε ένα σώμα
    ※  Το ηπατοκύτταρο είναι το κύριο λειτουργικό κύτταρο του ήπατος, είναι πολυεδρικό με τρεις διαφορετικούς τύπους επιφάνειας και εμφανή πολικότητα. Τα ηπατοκύτταρα, έχουν περίπου 20-30 μm διάμετρο και αποτελούν το 80% των κυττάρων του ήπατος. Έχουν σχετικά μεγάλο χρόνο ζωής (περίπου 5 μήνες) και σημαντική αναγεννητική ικανότητα. Τα ηπατοκύτταρα είναι κυβοειδή και έχουν αραιοχρωματικό, κοκκιώδες, ηωσινόφιλο κυτταρόπλασμα.
    Φλώρος Δημήτριος. Ιστολογία του ηπατικού ιστού μετά από μερική ηπατεκτομή στον επίμυ. Λαπαροσκοπική έναντι ανοικτής μερικής ηπατεκτομής, [μεταπτυχιακή εργασία], Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Ιατρικής, Αλεξανδρούπολη 2016, @repo.lib.duth.gr
  2. (ηλεκτρολογία) η δυνατότητα των δύο πόλων μιας πηγής να διακρίνονται μεταξύ τους
  3. (φυσική) η ιδιότητα ενός μαγνήτη να προσναατολίζεται μέσα σε ένα πεδίο προς ορισμένη κατεύθυνση

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]