πολιορκία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολιορκία πολιορκίες
γενική πολιορκίας πολιορκιών
αιτιατική πολιορκία πολιορκίες
κλητική πολιορκία πολιορκίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολιορκία < αρχαία ελληνική πολιορκία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɔ.li.ɔɾ.ˈci.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολιορκία θηλυκό

  1. ο αποκλεισμός μιας οχυρωμένης θέσης με στρατιωτικές δυνάμεις που παρεμποδίζουν την είσοδο τροφίμων, νερού και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης στη θέση αυτή, με σκοπό να αναγκάσουν τους κατοίκους της να παραδώσουν την κυριαρχία στους πολιορκητές
  2. (μεταφορικά) η ασφυκτική συγκέντρωση πλήθους γύρω από ένα σημείο
  3. (μεταφορικά) η ενόχληση που γίνεται με φορτικό τρόπο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]