Μετάβαση στο περιεχόμενο

πολιορκώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πολιορκώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολιορκέω[1]

πολιορκώ

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]