πολιτισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πολιτισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πολιτισμός < αρχαία ελληνική πολίτης + -ισμός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική civilisation
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πολιτισμός αρσενικό
- το σύνολο των ανθρώπινων επιτευγμάτων στον τεχνικό και πνευματικό τομέα
- (στην ιστορία και προϊστορία) τα ιδιαίτερα επιτεύγματα μιας κοινωνίας σε μια συγκεκριμένη εποχή στον τεχνικό και πνευματικό τομέα
ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, ο πολιτισμός της Εποχής του Χαλκού- ※ Ανταποκριτής του πρακτορείου Magnum, με ειδικότητα την έθνικ φωτογραφία, είχε ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο ψάχνοντας για φυλές και πολιτισμούς ανέγγιχτους από τη σύγχρονη τεχνολογία. (Κώστας Ακρίβος, Πανδαιμόνιο, εκδ. Μεταίχμιο, 2007, σελ. 179)
- το σύνολο της υλικής και άυλης δημιουργίας ενός λαού στη διάρκεια των εξελίξεών του με σκοπό την κάλυψη των αναγκών του.
- η ανθρώπινη κοινωνία εν γένει
έζησε σαν τον Ροβινσώνα μακριά από τον πολιτισμό
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πολιτισμός
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | πολιτισμός | οἱ | πολιτισμοί | ||||
| γενική | τοῦ | πολιτισμοῦ | τῶν | πολιτισμῶν | ||||
| δοτική | τῷ | πολιτισμῷ | τοῖς | πολιτισμοῖς | ||||
| αιτιατική | τὸν | πολιτισμόν | τοὺς | πολιτισμούς | ||||
| κλητική ὦ! | πολιτισμέ | πολιτισμοί | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | πολιτισμώ | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | πολιτισμοῖν | ||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πολιτισμός (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική πολίτ(ης) + -ισμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πολιτισμός αρσενικό (ελληνιστική κοινή)
- διοίκηση που σχετίζεται με τις δημόσιες υποθέσεις
- ※ Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, 4, 39
- ἀλλ’ οὖν ὅμως ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἐπρέσβευσεν εἰς Δημητριάδα πρὸς Ἀντίγονον καὶ οὐκ ἐπέτυχε. τὸ πᾶν δὴ διέτριβεν ἐν τῇ Ἀκαδημείᾳ τὸν πολιτισμὸν ἐκτοπίζων.
- → λείπει η μετάφραση
- ἀλλ’ οὖν ὅμως ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἐπρέσβευσεν εἰς Δημητριάδα πρὸς Ἀντίγονον καὶ οὐκ ἐπέτυχε. τὸ πᾶν δὴ διέτριβεν ἐν τῇ Ἀκαδημείᾳ τὸν πολιτισμὸν ἐκτοπίζων.
- ※ Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, 4, 39
Πηγές
[επεξεργασία]- πολιτισμός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- πολιτισμός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ισμός (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά οξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις οξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Δημιουργία λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με επίθημα -ισμός (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Ελλείπουσες μεταφράσεις (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)