πολλαπλό εμβόλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολλαπλό εμβόλιο < → δείτε τη λέξη  πολλαπλό και εμβόλιο

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

πολλαπλό εμβόλιο ουδέτερο

  1. (ιατρική), (φαρμακευτική): το εμβόλιο που χορηγείται κατά περισσοτέρων της μιας λοιμωδών νόσων ταυτόχρονα.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • το πολλαπλό εμβόλιο διακρίνεται ανάλογα σε διπλό, τριπλό και τετραπλό εμβόλιο.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]