πολλοστός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πολλοστός η πολλοστή το πολλοστό
      γενική του πολλοστού της πολλοστής του πολλοστού
    αιτιατική τον πολλοστό την πολλοστή το πολλοστό
     κλητική πολλοστέ πολλοστή πολλοστό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πολλοστοί οι πολλοστές τα πολλοστά
      γενική των πολλοστών των πολλοστών των πολλοστών
    αιτιατική τους πολλοστούς τις πολλοστές τα πολλοστά
     κλητική πολλοστοί πολλοστές πολλοστά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολλοστός < αρχαία ελληνική πολλοστός

Επίθετο[επεξεργασία]

πολλοστός, -ή, -ό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πολλοστός πολλοστή πολλοστόν πολλοστοί πολλοσταί πολλοστά
Γενική πολλοστοῦ πολλοστῆς πολλοστοῦ πολλοστῶν πολλοστῶν πολλοστῶν
Δοτική πολλοστῷ πολλοστῇ πολλοστῷ πολλοστοῖς πολλοσταῖς πολλοστοῖς
Αιτιατική πολλοστόν πολλοστήν πολλοστόν πολλοστούς πολλοστάς πολλοστά
Κλητική πολλοστέ πολλοστή πολλοστόν πολλοστοί πολλοσταί πολλοστά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική πολλοστώ πολλοστά
Γενική-Δοτική πολλοστοῖν πολλοσταῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολλοστός < πολλο- (<πολύς) + -στός

Επίθετο[επεξεργασία]

πολλοστός, -ή, -όν (επίρρημα: πολλοστῶς)

  1. ένας απ' τους πολλούς
Συνώνυμα: (λατινικά) multesimus
  1. ελάχιστος
  2. ασήμαντος
  3. ο τελευταίος από μια σειρά όμοιων πραγμάτων, ενεργειών, προσώπων κ.λπ.
    [65] Διονύσιος τοίνυν (βούλομαι γὰρ ἐκ πολλῶν σε πεισθῆναι ῥᾳδίαν εἶναι τὴν πρᾶξιν, ἐφ' ἥν σε τυγχάνω παρακαλῶν) πολλοστὸς ὢν Συρακοσίων καὶ τῷ γένει καὶ τῇ δόξῃ καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασιν, ἐπιθυμήσας μοναρχίας ἀλόγως καὶ μανικῶς, καὶ τολμήσας ἅπαντα πράττειν τὰ φέροντα πρὸς τὴν δύναμιν ταύτην, κατέσχε μὲν Συρακούσας, ἁπάσας δὲ τὰς ἐν Σικελίᾳ πόλεις, ὅσαι περ ἦσαν Ἑλληνίδες, κατεστρέψατο, τηλικαύτην δὲ δύναμιν περιεβάλετο καὶ πεζὴν καὶ ναυτικήν, ὅσην οὐδεὶς ἀνὴρ τῶν πρὸ ἐκείνου γενομένων. (Ισοκράτης, Φίλιππος, 65)