πολτοποιημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]πολτοποιημένος, -η, -ο
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη πολτός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πολτοποιημένος
|
|
πολτοποιημένος, -η, -ο
|
|