πολυάριθμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυάριθμος < πολύ+αριθμός=σε μεγάλη ποσότητα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πολυάριθμος, -η, -ο

  1. που αποτελείται από μεγάλο πλήθος
    πολυάριθμη και δυναμική συμμετοχή


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]