πολυαμίνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολυαμίνη πολυαμίνες
γενική πολυαμίνης πολυαμινών
αιτιατική πολυαμίνη πολυαμίνες
κλητική πολυαμίνη πολυαμίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυαμίνη < πολυ- + αμίνη (αντιδάνειο) αγγλική polyamine

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολυαμίνη θηλυκό

  1. (χημεία): οποιαδήποτε χημική ένωση στο μόριο της οποίας υφίστανται πολλές αμινομάδες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]