πολυανδρία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολυανδρία πολυανδρίες
γενική πολυανδρίας πολυανδριών
αιτιατική πολυανδρία πολυανδρίες
κλητική πολυανδρία πολυανδρίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυανδρία < ελληνιστική κοινή πολυανδρία < πολύς + άνδρας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολυανδρία θηλυκό

  1. η ύπαρξη πολλών ανδρών σε σχέση με τον αριθμό των γυναικών
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: λειψανδρία
  2. (κοινωνιολογία) ερωτική σχέση γυναίκας ή σε κοινωνία γάμου με περισσότερους από έναν άνδρες
    1. (ζωολογία) ζευγάρωμα θηλυκού ζώου με περισσότερα από ένα συντρόφους κάθε φορά.
    2. (βοτανική) η δυνατότητα μερικών φυτών να έχουν πολυάριθμους στήμονες, περισσότερους από 20

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • δεν θεωρείται πολυανδρία το παρατηρούμενο "έθιμο δανεισμού" ή "έθιμο διαμοιρασμού" μιας συζύγου
  • ο όρος πολυγαμία' περιλαμβάνει τόσο την πολυανδρία όσο και την πολυγυνία

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]