πολυβόλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πολυβόλο τα πολυβόλα
      γενική του πολυβόλου των πολυβόλων
    αιτιατική το πολυβόλο τα πολυβόλα
     κλητική πολυβόλο πολυβόλα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυβόλο < ελληνιστική κοινή, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: πολυβόλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολυβόλο ουδέτερο

  1. αυτόματο όπλο του πεζικού που έχει τη δυνατότητα να βάλλει κατά ριπάς, εκτοξεύοντας μεγάλο αριθμό βλημάτων σε λίγο χρόνο
  2. πυροβόλο όπλο που στηρίζεται σε βάση και ρίχνει πολλά βλήματα σε μικρό χρονικό διάστημα
  3. (μεταφορικά) καθετί ή καθένας που ρίχνει κάτι ορμητικά ή ασταμάτητα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]