πολυγαμικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πολυγαμικός πολυγαμική πολυγαμικό
γενική πολυγαμικού πολυγαμικής πολυγαμικού
αιτιατική πολυγαμικό πολυγαμική πολυγαμικό
κλητική πολυγαμικέ πολυγαμική πολυγαμικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολυγαμικοί πολυγαμικές πολυγαμικά
γενική πολυγαμικών πολυγαμικών πολυγαμικών
αιτιατική πολυγαμικούς πολυγαμικές πολυγαμικά
κλητική πολυγαμικοί πολυγαμικές πολυγαμικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυγαμικός < πολυγαμία + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πολυγαμικός, -ή, -ό

  1. (κοινωνιολογία) που επιτρέπει το γάμο με πολλές συζύγους
  2. (βιολογία), (ζωολογία) η ερωτική συνεύρεση με πολλά άτομα (όχι απαραιτήτως σταθερούς συντρόφους)
  3. (για άτομο) που συνηθίζει να διατηρεί παράλληλα σεξουαλικές σχέσεις με πολλά άτομα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]