πολυδάκτυλος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]πολυδάκτυλος, -η, -ο και πολυδάχτυλος
- που χαρακτηρίζεται από πολυδακτυλία
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πολυδάκτυλος