πολυεκατομμυριούχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολυεκατομμυριούχος πολυεκατομμυριούχοι
γενική πολυεκατομμυριούχου πολυεκατομμυριούχων
αιτιατική πολυεκατομμυριούχο πολυεκατομμυριούχους
κλητική πολυεκατομμυριούχε πολυεκατομμυριούχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυεκατομμυριούχος < πολυ- + εκατομμυριούχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολυεκατομμυριούχος ο, (θηλ. πολυεκατομμυριούχος, πολυεκατομμυριούχα)

  1. κάτοχος περιουσίας πολλών εκατομμυριών
  2. (μεταφορικά) εξαιρετικά πλούσιος


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]